ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λουμπούρι (ουσ. ουδ.) λουbούρι [luˈburi] Μισθ. λοbούρ' [loˈbur] Μισθ. Αγν. ετύμ., Κατά τον Κωστάκη (1977: 495) τουρκ. διαλεκτ. λ. Πιθ. σχετίζεται με το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. longurdak = μεγάλο κουδούνι στο λαιμό ζώου, όπου και διαλεκτ. τύπ. löbürdek, απώτερα ηχομιμητικές λέξεις (THADS, λ. löngürdek II, Tietze 2016: λ. longurdak), με επανανάλυση του τεμαχίου -d-ak/ -d-ek ως υποκορ. - άκι (πβ. τσαρδάκι – τσαρδί, πασουμάκι - πασούμι).
Μεγάλο κουδούνι που κρεμιέται στον λαιμό ζώου : Κρέμαναμ’ ντου μέγαν ντου λοbούρ' σου σερνικό τεκιά (Kρεμούσαμε το μεγάλο κουδούνι στο αρσενικό κατσίκι) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 10/09/2026