ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

νασίπι (ουσ. ουδ.) νασίπι [naˈsipi] Φάρασ. νασίπ' [naˈsip] Αξ. Από το νεότ. ουσ. νασίπι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. nasip = α) μερίδιο, κλήρος β) τύχη, πεπρωμένο.
Τύχη ό.π.τ. : Ας πάμ' ας αραdι̂́σουμ' νασίπ' (Ας πάμε να βρούμε την τύχη (ενν. μας)) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Και μεριάζ-μεριάς πάν dὄνα τ'νε είπεν το να κρέψ̑' το νασίπ (Και χωριστά-χωριστά ο καθένας τους είπε την τύχη που θα ζητήσει) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. μοίρα :3
Τροποποιήθηκε: 03/06/2026