νάρι
(ουσ. ουδ.)
νάρ'
[nar]
Σινασσ.
Πληθ.
νάρια
[ˈnarʝa]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. nar =ρόδι.
Ρόδι
ό.π.τ.
:
Κάτζεν αποκάτω ασ' τ' οσκιέδι ενού δενdρού ναριού
(Έκατσε κάτω από τον ίσκιο μιας ροδιάς)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
ρόιδι
Τροποποιήθηκε: 22/11/2025