ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

φαράκι (ουσ. ουδ.) φαράγκι [faʹraŋɟi] Σινασσ. Aπό το ρ. καρακώνω, όπου και τύπ. φαρακώνω.
Κονίαμα επίχρισης εφθαρμένων τοίχων : Ο τοίχος θέλ' φαράγκια, αλιμουδιάσεν (Ο τοίχος θέλει σοβάτισμα, μούχλιασε) Σινασσ. -Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 06/07/2026