φαράκι
(ουσ. ουδ.)
φαράγκι
[faʹraŋɟi]
Σινασσ.
Aπό το ρ. καρακώνω, όπου και τύπ. φαρακώνω.
Κονίαμα επίχρισης εφθαρμένων τοίχων
:
Ο τοίχος θέλ' φαράγκια, αλιμουδιάσεν
(Ο τοίχος θέλει σοβάτισμα, μούχλιασε)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 06/07/2026