φανερώνω
(ρ.)
φανερώνω
[faneˈrono]
Φλογ.
φανερώνου
[faneˈronu]
Μισθ.
Αόρ.
φανερώθα
[faneʹroθa]
Από το μεσν. ρ. φανερώνω, < αρχ. φανερόω -ῶ.
Φανερώνω -oμαι
ό.π.τ.
:
Ετά φανερών'νε ετά τα έργατα
(Αυτά φανέρωσαν αυτές οι πράξεις)
Φλογ.
-Dawk.
Ένα νύχτα φανερώθη Χριστός 'ς όνειρό τ'
(Μια νύχτα, φανερώθηκε ο Χριστός στο όνειρό της)
Τελμ.
-ΚΜΣ-Θεοδ.
Συνών.
μπιλντιρντίζω, Αντίθ
γαϊπώνω, κρύβω, μουλλώνω :1, πλακώνω :2, χαχτώ :2
Τροποποιήθηκε: 21/05/2025