μπιλντιρντίζω
(ρ.)
μπιλντιρντίζω
[bildirˈdizo]
Αξ.
πιλτουρντίζω
[pilturˈdizo]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. bildirmek = γνωστοποιώ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025