μπιλόρι
(ουσ. ουδ.)
μπιλόρ'
[biˈlor]
Αξ., Μισθ., Τσαρικ.
πιλόρ'
[piˈlor]
Φλογ.
Από το τουρκ. ουσ. billûr = α) κρύσταλλο β) διαλεκτ. ποτήρι, όπου και διαλεκτ. τύπ. billor (Tietze 2016, λ. billor, billûr). Η λ. ήδη νεότ. με τύπ. μπιλιούρι = κρύσταλλο (Mackridge 2021: 40-41).
Γυάλινο ποτήρι
ό.π.τ.
:
Μι το μπιλόρ' φέρ' το λερό
(Με το ποτήρι φέρε το νερό)
Τσαρικ.
-ΚΜΣ-ΚΠ294
Συνών.
ασκόκκο, ποτήρι, ποτούτσι :1, τσικόπο :2
Τροποποιήθηκε: 19/03/2025