ποτήρι
(ουσ. ουδ.)
ποτήρι
[pοˈtiri]
Ανακ., Σίλ., Σινασσ.
ποτήρ'
[pοˈtir]
Δίλ., Μισθ., Σίλατ., Τροχ.
ποdήρ'
[pοˈdir]
Φλογ.
πουτήρ'
[puˈtur]
Μαλακ.
Από το αρχ. ουσ. ποτήριον.
1. Ποτήρι
ό.π.τ.
:
Έπιενε ασ' σο μικρό το ποτήρ κρασ̑ί
(Έπινε από το μικρό το ποτήρι κρασί)
Σίλατ.
-Dawk.
Ρακ̇ί ποτήρι
(Ρακοπότηρο)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Συνών.
ασκόκκο, μπιλόρι, ποτούτσι :1, τσικόπο :2
Τροποποιήθηκε: 19/03/2025