μπιλεζίκι
(ουσ. ουδ.)
μπιλεζίκ'
[bileˈzik]
Ουλαγ.
Πληθ.
μπιλεζίκια
[bileˈzica]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. ουσ. bilezik = βραχιόλι.
Βραχιόλι
Ουλαγ.
:
Ούλανους τα βαβάγια παίρουν ντα μπιλεζίκια
(Όλων (των άλλων κοριτσιών) οι πατεράδες τους παίρνουν βραχιόλια)
Ουλαγ.
-Dawk.