μπιζός
(ουσ. αρσ.)
μπιζός
[biˈzos]
Φάρασ.
Πιθ. από το αρχ. ουσ. πέζα = άκρη /μεσν. σημ., δάπεδο.
Πεζούλι
Τροποποιήθηκε: 29/04/2026