μπετέρια
(επίρρ.)
μπετέρια
[beˈterʝa]
Σινασσ.
πετέρια
[peˈterʝa]
Σινασσ.
Από το επίθ. μπετέρ και το παραγωγ. επίθμ. -α.
Τροποποιήθηκε: 21/03/2025