μπεσλέτημα
(ουσ. ουδ.)
πεσλέτημα
[pesˈletima]
Αφσάρ.
πεσλέτεμα
[pesˈletema]
Φάρασ.
Από το ρ. μπεσλεντώ, όπου και τύπ. πεσλετώ, και το παραγωγ. επίθμ. -μα
Τροποποιήθηκε: 24/04/2026