μπιντώ
(ρ.)
μπινdού
[binˈdu]
Ουλαγ.
Αόρ.
μπίνσα
[ˈbinsa]
Ουλαγ.
Υποτ.
μπινdήσω
[binˈdiso]
Ουλαγ.
Από το τουρκ. ρ. binmek = α) καβαλάω υποζύγιο β) επιβιβάζομαι σε μεταφορικό μέσο.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025