μπίρι
(επιφ.)
μπίρι
[ˈbiri]
Σινασσ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. επίρρ. bire = αμάν, ε, ωχ (TS, λ. bire).
Αμάν, ωχ
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025