μπιρλεστιρτίζω
(ρ.)
μπιρλεσ̑τι̂ρτίζω
[birleˈʃtɯrˈtizo]
Μαλακ.
Από τον αόρ. birleştirdi του τουρκ. ρ. birleştirmek = ενώνομαι.
Τροποποιήθηκε: 07/07/2026