μπιρίκ
(ουσ. ουδ.)
μπιρίκ
[biˈrik]
Τροχ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. mırık = α) βαλτώδες, λασπωμένο μέρος β) λάσπη, ίλυς γ) βρώμικος χώρος, χωματερή (THADS, λ. mırık X, ΧΙΙ), με επίδρ. του ρ. μπιρικτίζω.
Σωρός κοπριάς
Συνών.
ορένι :4
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025