ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

δωρίζω (ρ.) ντωρίζω [doˈrizo] Μισθ. Από το νεότ. ρ. δωρίζω, το οπ. από το μεσν. ρ. δωρίζομαι (< αρχ. ουσ. δῶρον και παραγωγ. επίθμ. -ίζομαι). Η λ. από την Κοινή ν.ε.
Δωρίζω, χαρίζω : Ντωρίζου σ’ νεκκλησ̑ά ντου μάλι μ’ (Χαρίζω στην εκκλησία το βιος μου ) Μισθ. -Κοτσαν. Συνών. γαλαγατιάζω, μπαγισλαντίζω, χαρίζω
Τροποποιήθηκε: 22/07/2026