ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ονουατσίχ (ουσ. ουδ.) ονουατσίχ [oˈnuatsix] Ανακ. Από την τουρκ. φρ. önü açık (yer) = (μέρος) ανοιχτό από μπροστά και κατ' επέκτ. στοά.
Σκεπαστός εξώστης ως συνέχεια της στέγης του σπιτιού Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 25/05/2026