ονουατσίχ
(ουσ. ουδ.)
ονουατσίχ
[oˈnuatsix]
Ανακ.
Από την τουρκ. φρ. önü açık (yer) = (μέρος) ανοιχτό από μπροστά και κατ' επέκτ. στοά.
Σκεπαστός εξώστης ως συνέχεια της στέγης του σπιτιού
Ανακ.
Τροποποιήθηκε: 25/05/2026