οξινίζω
(ρ.)
οξ̑ινίζω
[okʃiˈnizo]
Αξ.
Αόρ.
οξίν'σα
[oˈksinsa]
Σίλατ.
οξ̑ίντσα
[oˈkʃintsa]
Μισθ.
Μεσν. ρ. ὀξινίζω, το οπ. από το μεταγν. επίθ. ὄξινος και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
Αμτβ., ξινίζω
ό.π.τ.
:
Οξ̑ίντσιν ντου κρασί
(Ξίνισε το κρασἰ)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Συνών.
εσκιλεντίζω, οξίζω, οξινιάζω
Τροποποιήθηκε: 30/06/2026