οξωχωριανός
(επίθ.)
αξωχωριανός
[aksoxorʝaˈnos]
Φλογ.
Από το μεσν. ουσ. ἐξώχωρον και το επίθμ. -ιανός.
Ξένος, μη ντόπιος
Συνών.
οξωχωρίτης
Τροποποιήθηκε: 01/07/2026