σουλμουροθάλι
(ουσ. ουδ.)
σ̑ουλμουροθάλι
[ʃulmuroˈθali]
Φάρασ.
Από τα ουσ. χειρομύλι, όπου και τύπ. σουλμούρι, και λιθάρι, όπου και τύπ. θάλι.
Μυλόπετρα για τον χειροκίνητο μύλο
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026