σουλάιμα
(ουσ. ουδ.)
σουλάιμα
[suˈlaima]
Μισθ.
Από το ρ. σιζλαντίζω, όπου και τύπ. σουλαΐζου, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2025