ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σουλούκι (ουσ. ουδ.) σουλούκι [suˈluci] Φάρασ. σ̑ουλούκ' [ʃuˈluk] Φλογ. σουλούτσ’ [suˈluts] Μισθ. σιλίκ' [siˈlik] Τροχ. Πληθ. σουλούκια [suˈluca] Ανακ. φσιλίκια [fsiˈlica] Τροχ. Από το τουρκ. ουσ. sülük = βδέλλα. Ο τύπ. φσιλίκια με αρκτ. [f] πιθ. με επίδρ. του ουσ. βδέλλα.
Βδέλλα ό.π.τ. : Σουρπούντσις απάνου μ' 'αν ντου σουλούτσ' (κόλλησες επάνω μου σαν την βδέλλα) Μισθ. -Κοτσαν. Το σιλίκ τρώισκεν το σώμα τ’ (Η βδέλλα έτρωγε το σώμα του) Τροχ. -Νίγδελ.Λ. || Φρ. Μαγιού σουλούκια (Βδέλλες του Μαΐου˙ oι βδέλλες που έφερναν οι Τούρκοι τον Μάιο και τις αντάλλασσαν με δημητριακά ή φρούτα, και είχαν θεραπευτικές ιδιότητες κατά του πονοκέφαλου) Ανακ. -Κωστ.Α. Συνών. βδέλλα, γιαφσάκος
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025