φώτιση
(ουσ. θηλ.)
φώτιση
[ˈfotisi]
Σίλ., Σινασσ.
φώτ’ση
[ˈfotsi]
Σινασσ.
Από το πρώιμ. μεσν. ουσ. φώτισις.
Βάφτιση
Σίλ.
:
|| Ασμ.
Δεν δίνω ’γώ την φώτ’σην μου εις την Τούρκα
(Δεν χαραμίζω εγώ το χριστιανικό μου βάφτισμα στην Τουρκάλα)
Σινασσ.
-Lag.
Συνών.
βάφτιση, βαφτίσια :1, βάφτισμα, σφουγγάτο :2, φώτισμα :3
Τροποποιήθηκε: 03/07/2025