φωτεινός
(επίθ.)
φωτεινό
[fotiˈno]
Σινασσ.
φωτσεινό
[fotsiˈno]
Γούρδ.
Αρχ. επίθ. φωτεινός.
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026