σκοτικός
(επίθ.)
σκοτ'κός
[skotˈkos]
Σίλατ.
Από το ουσ. σκότος ή σκοτία και το παραγωγ. επίθμ. -ικός.
Σκοτεινός, ζοφώδης
Αντίθ
φεγγερός :1, Συνών.
μπουλανίκ :3, σκοτεινιαρός
Τροποποιήθηκε: 27/05/2026