ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πηγαίνω (ρ.) πηγαίνω [piˈʝeno] Σίλατ. πηγαίνου [piˈʝenu] Σίλ. παγαίνω [paˈʝeno] Ανακ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ., Φάρασ. παγαίνου [paˈʝenu] Σίλ. παγαίν-νου [paˈʝennu] Σίλ. πεγαίνου [peˈʝenu] Σίλ. πεγαίν-νου [peˈʝennu] Σίλ. πεïαίνου [peiˈenu] Σίλ. πηαίνου [piˈenu] Σίλ. πααίνω [paˈeno] Ανακ., Φάρασ. πααίνου [paˈenu] Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. πεαίνου [peˈenu] Σίλ. παίνω [ˈpeno] Αξ., Αραβαν., Αραβ., Γούρδ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλατ., Τελμ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ. παίνου [ˈpenu] Μαλακ., Μισθ. παινίσ̑κω [peˈniʃko] Αραβαν. υπάγω [iˈpaɣo] Φάρασ. πάγω [ˈpaɣo] Φάρασ. υπάω [ˈipao] Φκόσ. πάω [ˈpao] Ανακ., Αξ., Μισθ. Παρατατ. πήινα [ˈpiina] Σίλ. παγαίνισκα [paˈʝeniska] Σινασσ. παγαίνισ̑κα [paˈʝeniʃka] Ποτάμ. πααίνισ̑κα [paˈeniʃka] Ανακ. παγαινόνdισκα [paʝeˈnondiska] Σίλ. πεγαιν̑-ν̑ινόντζ̑ισκα [peʝeɲ:iˈnondʒiska] Σίλ. πεγαιν-νόντζ̑ισκα [peʝenˈnondʒiska] Σίλ. παγαίνκα [paˈʝeŋka] Αφσάρ., Φάρασ. παγάισ̑κα [paˈɣaiʃka] Ανακ. πααίνκα [paˈeŋka] Αφσάρ., Φάρασ. πάνκα [ˈpaŋka] Φάρασ. bάνκα [ˈbaŋka] Φάρασ. παίνισκα [ˈpeniska] Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Σεμέντρ., Φερτάκ., Φλογ. παίνισ̑γκα [ˈpeniʃga] Ουλαγ., Φερτάκ. bαίνισ̑κα [ˈbeniʃka] Μισθ. bαίνισ̑κα [ˈbeniʃka] Μισθ. παίνιξα [ˈpeniksa] Μαλακ., Μισθ. παίνιψα [ˈpenipsa] Μισθ. παίν'σκα [ˈpenska] Μαλακ. παίσ̑κα [ˈpeʃka] Αξ., Μπέηκ. έπαισ̑κα [ˈepeʃka] Αξ. πήγανα [ˈpiɣana] Ποτάμ. παίνια [ˈpeɲa] Μαλακ. πηάξα [piˈaksa] Μισθ. Αόρ. πήγα [ˈpiɣa] Αφσάρ., Καππ., Κίσκ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ. επήγα [eˈpiɣa] Μπέηκ., Τελμ. χ̑πήγα [çˈpiɣa] Αξ. πήα [ˈpia] Ανακ., Αξ., Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Τσαρικ., Τσουχούρ., Φάρασ. πηάγα [piˈaɣa] Κίσκ., Σατ., Φάρασ. γ΄ Εν. πήνι [ˈpini] Αφσάρ., Τσουχούρ. πη [pi] Τσουχούρ. Υποτ. πάγω [ˈpaɣo] Καππ., Φάρασ. πάω [ˈpao] Καππ., Φάρασ. bάω [ˈbao] Φλογ. πάγου [ˈpaɣu] Μισθ. πάου [ˈpau] Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. πέγω [ˈpeɣo] Τελμ. πέω [ˈpeo] Φλογ. υπάγω [iˈpaɣo] Αραβαν., Γούρδ., Φάρασ., Φερτάκ. υπάγου [iˈpaɣu] Σίλ., Τσουχούρ. γυπάγου [ʝiˈpaɣu] Σίλ. υπάου [iˈpau] Αφσάρ. Προστ. Εν. πήγαινε [ˈpiʝene] Ποτάμ. Πληθ. πηγατε [piˈʝenete] Ποτάμ. Αόρ. πάτε [ˈpate] Καππ. Από το αρχ. ρ. ὑπάγω = προχωρώ (μεταγν. σημ. ‘πηγαίνω’). Το πηγαίνω είναι μεσν. και προέκυψε όταν ο πρτ. ὑπῆγον του ὑπάγω εξελίχθηκε στο μσν. ὑπῆγα, που θεωρήθηκε αόρ. Στην συνέχεια, με βάση τον αόρ. πῆγα (από το ὑπῆγα με αποβολή του αρκτ. άτονου φων.) σχηματίστηκε ο ενεστ. πηγαίνω κατά το σχήμα έμαθα-μαθαίνω. Το μεσν. παγαίνω από το ὑπαγαίνω, που και πάλι σχηματίστηκε με βάση τον αόρ. ὑπῆγα κατά το σχήμα έμαθα-μαθαίνω. Το μεσν. πάγω από το ὑπάγω με αποβ. του αρκτ. άτ. φων. Το πάω με αποβολή του μεσοφωνηεντικού [ɣ]. Το παινίσ̑κω με βάση το μη συνοπτ. θ. παιν- και το επίθμ. -ίσκω. Η φρ. πάω αντίκρυ του είναι μεταφρ. δάν. από την τουρκ, φρ. karşısina giderim. Για τη φρ. αφήνω παίνω πβ. το τουρκ. birakmak gitmek = αφήνω και φεύγω. Οι φρ. του τύπου στο ζόρι μου πήγε είναι μεταφρ. δάν. από την τουρκ φρ. zora varmak.
1. Πηγαίνω, μεταβαίνω κάπου ό.π.τ. : Πήγε τ' αχόρι να ρήσ̑ει χαϊβάνιν ντου (Πήγε στον στάβλο να δέσει το ζώο του) Σίλ. -Κωστ.Σ. Πότε παγαις ση στράτα, αν πεινάσ̑εις, να πεις: «Ατσ̑ι̂́λ, σουφραγί μ', ατσ̑ι̂́λ» (Όταν πηγαις στον δρόμο, αν πεινάσεις, πες: «Άνοιξε, μαντήλι μου, άνοιξε») Ποτάμ. -Dawk. 'Παπού έρτσεσαι τζ̑αι πού παγαις, ε γιο μου; (Από πού έρχεσαι και πού πηγαις, γιε μου;) Φάρασ. -Grég. Τούτους παγαίνει 'ς χωριό (Αυτός πηγαίνει στο χωριό) Σίλ. -Κωστ.Σ. Φεύγει, παγαίν’νει πολύ μακρά σ' τἔνα χουριό (Φεύγει, πηγαι πολύ μακριά σ' ένα χωριό) Σίλ. -Dawk. 'Πόταν τούτους άρτουπους πεγαίν’νει, τσ̑αbαλαdά να κ͑ανdουρτζ̑ήσ̑ει τσ̑ην 'εναίκα (Όταν αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει εκεί, προσπαθεί να γοητέψει την γυναίκα (του συναδέλφου του)) Σίλ. -Dawk. Πααίνω να νάβρω αν gετσ̑ί (Πηγαίνω να βρω μιά κατσίκα) Φάρασ. -Dawk. Οπ' τσ̑ην κοινωνία τσ̑ην κοινωνία πααίνουμ' τσ̑ην gλησ̑ά (Από την μιά κοινωνία στην άλλη πάμε στην εκκλησία (δηλ. όχι Κάθε Κυριακή)) Σίλ. -Κωστ.Σ. Παίν' ιτό, ρανά δα σχέδια, βγάλ’ δα σχέδια (Πάει αυτός, βλέπει τα σχέδια, βγάζει τα σχέδια) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Το κορίτσ̑' παίν' ζ' ράψ̑' (Το κορίτσι πηγαίνει στην ραπτική) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Παίνου κατόψα τ' (Πηγαίνω πίσω του) Μισθ. -Κοτσαν. Παίρου τʝη στράτα, παίνου (Παίρνω τον δρόμο (και) πηγαίνω) Σίλ. -Κωστ.Σ. Τσ̑ι πάεις απάν' σο, απάν' σου πάγους παίνιξις (Και πηγαίνει επάνω, επάνω στον πάγο πήγαινες) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Κι ένα παίρ' το και πά' (Επίσης το παίρνει και πάει) Ανακ. -Cost. Με πότε πάνε σο χωρίο σας; (Μα πότε πηγαίνουν στο χωριό σας;) Φάρασ. -Dawk. 'Που έρσ̑ιτι, 'γώ πήινα (Όταν ερχόταν, εγώ πήγαινα) Σίλ. -Κωστ.Σ. Γουρμπέτσ̑ι ρεν πεγαιν-νινόντζ̑ισκι (Δεν έφευγε από το σπίτι) Σίλ. -Dawk. Τα λαλέματα όσον παιγαίνισκαν, ήρχονdο εκεί κονdά τ' (Οι φωνές όσο προχωρούσαν, πλησίαζαν προς αυτόν) Σινασσ. -Αρχέλ. Του παγαίνκινι ατζ̑εί, σως τηνευίτζα ψοφάνκινι (Αυτός που πήγαινε εκεί, μέχρι το πρωί πέθαινε) Αφσάρ. -Dawk. Όπου ήτονε σ̑ήρα σα χορούς δεν πααίνισ̑κεν (Όποια ήταν χήρα δεν πήγαινε σε χορούς) Ανακ. -Cost. Παίνισκα σου Κάστρους (Πήγαινα στο Κάστρο) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Παίνισ̑καν σ' ένα odά τσ̑ι τράβαναν κλήρο (Πήγαιναν σ' ένα δωμάτιο και τραβούσαν κλήρο) Μισθ. -Κωστ.Μ. Νέα ντε μπαίνισ̑καν νεκκλησ̑ά (Οι νέοι δεν πήγαιναν στην εκκλησία) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ντο παιί οπ' παίνισ̑γκγκ, απαπίσω τ' ήρτε γκαι το τσ̑ι̂ράκ͑' (Καθώς προχωρούσε ο νεαρός, πήγε από πίσω του και ο υπηρέτης) Ουλαγ. -Dawk. Πρώτα ογώ άλλου όργου χιώρεινα: φορτηγό είχα, παίνιξα όξου στην Ευρώπη (Πρώτα εγώ άλλη δουλειά έκανα: φορτηγό είχα, πήγαινα έξω στην Ευρώπη) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Παίνιξαμ ’ς Νίγδης ντου τσ̑αρτσ̑ί (Πηγαίναμε στην αγορά της Νίγδης) Μισθ. -Κοτσαν. Aν παίνιψι στράα, αν του παθαίνιψι στράα απάν' που οdηγίζ'; (Αν πήγαινε στον δρόμο, αν το πάθαινε στον δρόμο απάνω που οδηγούσε;) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. 'φόdες πααίνκε, ήγρεψεν αμ ποτάμι μπρον ντου (Καθώς πήγαινε, είδε μπροστά του ένα ποτάμι) Φάρασ. -Dawk. Πααίνκι σα ρουσ̑ία (Πήγαινε στα βουνά) Αφσάρ. -Dawk. Ούτσ̑α όρ'σαν τα ντιλέκια τ'νε και παίσ̑καν (Έτσι όρισαν τις επιθυμίες τους και πήγαιναν) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. 'Φόdες bάνκε ση στράτα ο νομάτ, ήρτ' αν ντερβίσ̑ης γνένdα του (Καθώς ο άνθρωπος πήγαινε στον δρόμο, τον συνάντησε ένας δερβίσης) Φάρασ. -Dawk. Πηάξαν 'ς νύφ' (Πήγαιναν στην νύφη) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Σκόλεια πού πήγιν; (Σχολείο που πήγε;) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Πήγαμ' για dεν ντο είdιαμ' (Πήγαμε αλλά δεν τον είδαμε) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Πήγεν ο βασιλός σ' έν' άβου σ̑εχέρι (Πήγε ο βασιλιάς σε μιά άλλη πολή) Φάρασ. -Dawk. Πήγαν οι τσ̑ορbατζ̑οί (Οι διοικητές προχώρησαν) Αφσάρ. -Dawk. Πήγαμ' νιούτσικου απάνου (Πήγαμε λίγο απάνω) Σίλ. -Κωστ.Σ. Επήγα και τα gϋζέλια ηύρα τα (Πήγα και τις τρεις Όμορφες τις βρήκα) Τελμ. -Dawk. Αυτός που πήι, πήι. Αυτοί που 'πόμαν, θα προσπαθήσ'νι (Αυτός που πήγε (στο εξωτερικό) πήγε. Αυτοί που έμειναν (εδώ) θα προσπαθήσουν) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Αβραγάμης πήεν 'ς σην κόρη τ' (Ο Αβραάμ πήγε στην κόρη του) Ανακ. -Cost. Πήεν τσ̑' ο νταdά τ'ς 'ς σημ bόλη (Πήγε κι ο πατέρας της στην πόλη) Φάρασ. -Dawk. Άλλους πήι, άλλους ήρτι (Άλλος πήγαινε, άλλος ερχόταν) Σίλ. -Κωστ.Σ. Άου 'φήτζ̑ιν ντα· 'φἠτζ̑ιν, πήνι αράπ (Από δω και πέρα το παράτησε· το παράτησε και έφυγε ο αράπης) Αφσάρ. -Dawk. Πήαμ' 'ς ση Φέρκα (Πήγαμε στη Φέρκα) Κίσκ. -Dawk. Πηάγανε 'ς α ορμάνι (Πήγανε σ' ένα δάσος ) Φάρασ. -Dawk. Να πάου τάλασσα; (Να πάω θάλασσα (για μπάνιο);) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Να πάμ' σ' Μισ̑τί (Να πάμε στο Μιστί) Μισθ. -Κωστ.Μ. Μι το καλό να πας, μι το καλό να νάρτεις (Με το καλό να πας, με το καλό να 'ρθεις) Σίλ. -Κωστ.Σ. ˈtον bας εκεί πέρα, λύσε τσ̑ουβαλιού το στόμα (Όταν πας εκεί, λύσε το άνοιγμα του τσουβαλιού) Φλογ. -Dawk. 'Σ πα η χώρα μαδήσει 'ς σον τεμίσι (Ας πάει η χώρα να μαδήσει (τα χωράφια) στην ζέστη) Τσουχούρ. -Dawk. Να πέγω να το φέρω (Θα πάω να το φέρω) Τελμ. -Dawk. Πού να πες; (Για πού το' βαλες;) Φλογ. -Dawk. Να υπάγω σο νεματσ̑ικό να σταρώ εξομολόγησ̑η (Θα πάω στον πνευματικό να σταθώ (σε) σε εξομολόγηση (να εξομογηθώ)) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Να υπάγω να παρακαλέσω το Θεό (Θα πάω να παρακαλέσω τον Θεό) Φάρασ. -Dawk. 'Που καν υπάς, τσαν ένι (Όπου κι αν πας, εκεί είναι) Σίλ. -Κωστ.Σ. 'Α υπάγου 'α ιδώ του πεθερού μου τ' όργου (Θα πάω να δουλέψω στον πεθερό μου) Τσουχούρ. -Dawk. Να υπάου τσ̑αι 'γώ; (Να πάω κι εγώ;) Αφσάρ. -Αναστασ. Πού σε υπάτι; (Πού θα πάτε;) Σίλ. -Κωστ.Σ. Πήγαινε ιμιά να ιδούμε (Πήγαινε μιά φορά να δούμε (αν θα τα καταφέρεις)) Ποτάμ. -Dawk. Πηγαίνετε· εκείνο τη ναίκα φερέτ' το εδά πέρα (Πηγαίνετε· εκείνη τη γυναίκα φέρτε την εδώ πέρα) Ποτάμ. -Dawk. Πηάγα τζ̑αι τρία, τέσσαρα φορέδες στην Πόλη (Πήγα και τρεις τέσσερις φορές στην Πόλη) Φάρασ. -Θεοδ.Ιστ. Πααίνιμαστε όλα μαζί και τρώισκαμ' (Πηγαίναμε όλοι μαζί και τρώγαμε) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ176 || Φρ. Πεγαίν' κοιλιά μου (Πηγαίνει η κοιλιά μου˙ Έχω ευκοιλιότητα) Σίλ. -Κωστ.Σ. το πααίνουμ' Τετράδ', Πέφτ' κλπ. (την Τετάρτη, Πέμπτη κλπ. που πηγαίνει˙ την επόμενη Τετάρτη, Πέμπτη κλπ.) Ανακ. -Cost. Παίνω στο χουζούρ' (Πηγαίνω προς εμφάνιση˙ Εμφανίζομαι) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Πάω αντίκρυ του Ανακ. -Cost. Παίρω ντο στράτα γκαι παίνω (Παίρνω τον δρόμο και πηγαίνω˙ Ξεκινώ) Ουλαγ. -Κεσ. Παίρω ντο κιφάλι μ' γκαι παίνω (Παίρνω το κεφάλι μου και πηγαίνω˙ Φεύγω απελπισμένος) Ουλαγ. -Κεσ. Αφήνω παίνω (Αφήνω πηγαίνω˙ Σηκώνομαι και φεύγω) Ουλαγ. -Κεσ. Τ' γλώσσα μ' ομbρό dε παίν' (Η γλώσσα μου εμπρός δεν πηγαίνει˙ δεν τολμώ να μιλήσω) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Μελόζ ουτ ντε παίν' (Το μυαλό του δεν πηγαίνει˙ Δεν καταλαβαίνει) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Παίν' γκαριά μ' (Πηγαίνει η κοιλιά μου˙ Είμαι ευκοίλιος) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Παίνω ντο ζευγάρ' (Πηγαίνω στο ζευγάρι˙ Πηγαίνω για όργωμα) Ουλαγ. -Κεσ. Παίνου (τσ') έρουμι (Πηγαίνω κι έρχομαι˙ Πηγαινοέρχομαι) Μισθ., Ουλαγ., Γούρδ. -Κοτσαν. Πήγαν να ντιαβούν ασ' καργιά τ' (Πήγαν να διαβούν από την καρδιά του˙ Πήγαν να τον παρηγορήσουν (για συγγενείς νεκρού))) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Παίνου ασκιάρους (Πηγαίνω φαντάρος˙ Στρατεύομαι) Μισθ. -Κοτσαν. όσον παίν' (όσο πηγαίνει˙ όσο "προχωρά", εξελίσσεται κάτι (π.χ. μιά ασθένεια)) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Αζ' νησ̑τικάγια πήγα (Από την πείνα πήγα˙ Πεινώ πολύ) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Πήγε σο ζόρι τ' (Πήγε στο ζόρι του˙ Του κακοφάνηκε) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Ντο ζόρι μ' πήε (Στο ζόρι μου πήγε˙ Μου κακοφάνηκε) Ουλαγ. -Κεσ. Καλά χ̑πήγες το ήφερες (Καλά πήγες το έφερες˙ Καλά έκανες που το έφερες) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Πήε σε χασιρέτ' (Πήγε εσένα επιθυμία˙ Σε επιθύμησε) Ουλαγ. -Κεσ. || Παροιμ. Σαμού πααίν σ' όργο σου, μη γ'ρέφ' τη χώρα πα ειπεί (Όταν πηγαίνεις στη δουλειά σου, μην κοιτάζεις τον κόσμο τι θα πει˙ Μείνε προσηλωμένος στον στόχο σου και μη νοιάζεσαι για τη γνώμη του καθενός) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Τ' χελώνα ρώτ'σαν ντο: «Πούγε παίνεις;» - «'ς τον Αϊνdάφο» - «Ασ' το σάλεμα ζ' 'ναι bελ-λού» (Τη χελώνα την ρώτησαν: «Πού πηγαίνεις;» - «Στον Άγιο Τάφο» - «Απ' το βάδισμά σου φαίνεται»˙ για όσους καταπιάνονται με δουλειές που είναι παραπάνω απ' τις δυνάμεις τους) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Το παίν' gι έρχεται σο τσ̑εσ̑μέ το λαγήν' τσακούται (Το λαγήνι που πηγαινοέρχεται στη βρύση στο τέλος σπάζει˙ Η μεγάλη χρήση ενός πράγματος στο τέλος το καταστρέφει) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Συ 'φότες πααίνκες, 'γώ 'ρχούμουνα (Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Εσ̑ύ 'τον έπαισ̑κες, εγώ ερούτονμαι (Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Όνdενε παίνισ̑κες εσ̑ύ, εγώ ερχόμουν (Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Πήγες 'ς σομύλο μ' κι άσπρισες τα μαλλιά σ'; (Πήγες στον μύλο κι άσπρισες τα μαλλιά σου;˙ Για τους ηλικιωμένους που δείχνουν απειρία) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. Κούρτα την αχλαβού, 'ς πά' κάτου (Κατάπιε το πλαστρόξυλο, ας πάει κάτω˙ Το έλεγαν σ' έναν που θύμωνε κι ήταν έτοιμος να πετάξει μιά προσβλητική λέξη) Φάρασ. -Λουκ.Λουκ. Γκρεύω να υπάγω σο τζ̑εν-νέσ̑' άμ-μα τα κρίματα μ' dε με βαήκνουν (Θέλω να πάω στον Παράδεισο αλλά οι αμαρτίες μου δεν με αφήνουν) Αραβαν. -Φωστ.-Κεσ. || Ασμ. Πηγαίνεις και συφτάνεις 'πότε την ευλογίζουν (Πηγαίνεις και προλαβαίνεις όταν την παντρεύουν στην εκκλησία) Σίλατ. -Φαρασόπ. Τούτσ̑οι παπάροι πηγαίνουσ̑ι 'ς τουν σπίτσ̑ιν ντους (Αυτοί οι παπάδες πηγαίνουν στο σπίτι τους) Σίλ. -Κωστ.Σ. Αbρός κόρη, πίσου τ' παιρί, παγαίνουσ̑ι στσ̑ης χάλας τους (Μπροστά η κόρη, πίσω ο γιος, πηγαίνουν στης θείας τους) Σίλ. -Κωστ.Σ. Πήγαν πήγαν και στάθανε στης μάνας του την θύραν (Προχώρησαν και πήγανε στη μάς του την θύρα) Σίλατ. -Φαρασόπ.
2. Χάνομαι, εξαλείφομαι Φλογ. : Αbεκεί σο τσ̑εσ̑μέ αν πίεις, τα κέρατα παίν’νε (Αν πιεις από εκείνη την βρύση, τα κέρατα (που έχουν βγει) θα χαθούν) Φλογ. -Dawk.
3. Μτβ., μεταφέρω κάτι κάπου ή οδηγώ κάποιον Καππ., Σίλ. : Πεαίνουσ̑ι τεζ εικόνες (Πηγαίνουν τις εικόνες) Σίλ. -Κωστ.Σ. Κανά δυο παίνιξαν μπακαλιάρος, λία ζεϊτίνια (Κανά δυο έφερναν μπακαλιάρο, λίγες ελιές) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Έλάτ' να σας υπάμι (Ελάτε να σας πάμε) Σίλ. -Κωστ.Σ. Μας πήγιν τἔνα σκολειό (Μας πήγε σ' ένα σχολείο) Σίλ. -Κωστ.Σ. || Ασμ. Την νύμφην μου την πήρανε και στην βλόγηση την πήγανε (Τη κοπέλα που επρόκειτο να παντρευρώ την πήρανε και την πήγανε στον γάμο (με άλλον)) Σίλατ. -Φαρασόπ. Ούλα τα κάστρα πάτε με, 'ς σης Νίκιας μη με πάτε (Σ' όλα τα κάστρα πάτε, στης Νίκαιας μη με πάτε) Καππ. -Αλεκτ.
4. Βρίσκομαι σε μιά (εξελισσόμενη) κατάσταση, διαδικασία Μισθ. : Dεν παίνιξαν καλά δα άργαδα με την κυβέρνηση (Δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές με την κυβέρνηση) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Ντα γεννήμαδα, άλλα πήαν καλά, άλλα ντε πήαν (Η αγροτική παραγωγή, αλλού πήγε καλά, αλλού δεν πήγε) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ.
5. Φτάνω σε μιά συγκεκριμένη ηλικία Μισθ. : Πήι 'ς σα 'κατό. Ιμείς τσ̑αχ 'ς σα ογδόdα dε θα πάμ' (Έφτασε στα 100. Εμείς μέχρι τα 80 δεν θα φτάσουμε) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026