πηγαίνω
(ρ.)
πηγαίνω
[piˈʝeno]
Σίλατ.
πηγαίνου
[piˈʝenu]
Σίλ.
παγαίνω
[paˈʝeno]
Ανακ., Ποτάμ., Σίλατ., Σινασσ., Φάρασ.
παγαίνου
[paˈʝenu]
Σίλ.
παγαίν-νου
[paˈʝennu]
Σίλ.
πεγαίνου
[peˈʝenu]
Σίλ.
πεγαίν-νου
[peˈʝennu]
Σίλ.
πεïαίνου
[peiˈenu]
Σίλ.
πηαίνου
[piˈenu]
Σίλ.
πααίνω
[paˈeno]
Ανακ., Φάρασ.
πααίνου
[paˈenu]
Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ.
πεαίνου
[peˈenu]
Σίλ.
παίνω
[ˈpeno]
Αξ., Αραβαν., Αραβ., Γούρδ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλατ., Τελμ., Φάρασ., Φερτάκ., Φλογ.
παίνου
[ˈpenu]
Μαλακ., Μισθ.
παινίσ̑κω
[peˈniʃko]
Αραβαν.
υπάγω
[iˈpaɣo]
Φάρασ.
πάγω
[ˈpaɣo]
Φάρασ.
υπάω
[ˈipao]
Φκόσ.
πάω
[ˈpao]
Ανακ., Αξ., Μισθ.
Παρατατ.
πήινα
[ˈpiina]
Σίλ.
παγαίνισκα
[paˈʝeniska]
Σινασσ.
παγαίνισ̑κα
[paˈʝeniʃka]
Ποτάμ.
πααίνισ̑κα
[paˈeniʃka]
Ανακ.
παγαινόνdισκα
[paʝeˈnondiska]
Σίλ.
πεγαιν̑-ν̑ινόντζ̑ισκα
[peʝeɲ:iˈnondʒiska]
Σίλ.
πεγαιν-νόντζ̑ισκα
[peʝenˈnondʒiska]
Σίλ.
παγαίνκα
[paˈʝeŋka]
Αφσάρ., Φάρασ.
παγάισ̑κα
[paˈɣaiʃka]
Ανακ.
πααίνκα
[paˈeŋka]
Αφσάρ., Φάρασ.
πάνκα
[ˈpaŋka]
Φάρασ.
bάνκα
[ˈbaŋka]
Φάρασ.
παίνισκα
[ˈpeniska]
Γούρδ., Μαλακ., Μισθ., Σεμέντρ., Φερτάκ., Φλογ.
παίνισ̑γκα
[ˈpeniʃga]
Ουλαγ., Φερτάκ.
bαίνισ̑κα
[ˈbeniʃka]
Μισθ.
bαίνισ̑κα
[ˈbeniʃka]
Μισθ.
παίνιξα
[ˈpeniksa]
Μαλακ., Μισθ.
παίνιψα
[ˈpenipsa]
Μισθ.
παίν'σκα
[ˈpenska]
Μαλακ.
παίσ̑κα
[ˈpeʃka]
Αξ., Μπέηκ.
έπαισ̑κα
[ˈepeʃka]
Αξ.
πήγανα
[ˈpiɣana]
Ποτάμ.
παίνια
[ˈpeɲa]
Μαλακ.
πηάξα
[piˈaksa]
Μισθ.
Αόρ.
πήγα
[ˈpiɣa]
Αφσάρ., Καππ., Κίσκ., Σίλ., Τσουχούρ., Φάρασ.
επήγα
[eˈpiɣa]
Μπέηκ., Τελμ.
χ̑πήγα
[çˈpiɣa]
Αξ.
πήα
[ˈpia]
Ανακ., Αξ., Αφσάρ., Κίσκ., Μισθ., Ουλαγ., Σίλ., Τσαρικ., Τσουχούρ., Φάρασ.
πηάγα
[piˈaɣa]
Κίσκ., Σατ., Φάρασ.
γ΄ Εν.
πήνι
[ˈpini]
Αφσάρ., Τσουχούρ.
πη
[pi]
Τσουχούρ.
Υποτ.
πάγω
[ˈpaɣo]
Καππ., Φάρασ.
πάω
[ˈpao]
Καππ., Φάρασ.
bάω
[ˈbao]
Φλογ.
πάγου
[ˈpaɣu]
Μισθ.
πάου
[ˈpau]
Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ.
πέγω
[ˈpeɣo]
Τελμ.
πέω
[ˈpeo]
Φλογ.
υπάγω
[iˈpaɣo]
Αραβαν., Γούρδ., Φάρασ., Φερτάκ.
υπάγου
[iˈpaɣu]
Σίλ., Τσουχούρ.
γυπάγου
[ʝiˈpaɣu]
Σίλ.
υπάου
[iˈpau]
Αφσάρ.
Προστ. Εν.
πήγαινε
[ˈpiʝene]
Ποτάμ.
Πληθ.
πηγατε
[piˈʝenete]
Ποτάμ.
Αόρ.
πάτε
[ˈpate]
Καππ.
Από το αρχ. ρ. ὑπάγω = προχωρώ (μεταγν. σημ. ‘πηγαίνω’). Το πηγαίνω είναι μεσν. και προέκυψε όταν ο πρτ. ὑπῆγον του ὑπάγω εξελίχθηκε στο μσν. ὑπῆγα, που θεωρήθηκε αόρ. Στην συνέχεια, με βάση τον αόρ. πῆγα (από το ὑπῆγα με αποβολή του αρκτ. άτονου φων.) σχηματίστηκε ο ενεστ. πηγαίνω κατά το σχήμα έμαθα-μαθαίνω. Το μεσν. παγαίνω από το ὑπαγαίνω, που και πάλι σχηματίστηκε με βάση τον αόρ. ὑπῆγα κατά το σχήμα έμαθα-μαθαίνω. Το μεσν. πάγω από το ὑπάγω με αποβ. του αρκτ. άτ. φων. Το πάω με αποβολή του μεσοφωνηεντικού [ɣ]. Το παινίσ̑κω με βάση το μη συνοπτ. θ. παιν- και το επίθμ. -ίσκω. Η φρ. πάω αντίκρυ του είναι μεταφρ. δάν. από την τουρκ, φρ. karşısina giderim. Για τη φρ. αφήνω παίνω πβ. το τουρκ. birakmak gitmek = αφήνω και φεύγω. Οι φρ. του τύπου στο ζόρι μου πήγε είναι μεταφρ. δάν. από την τουρκ φρ. zora varmak.
1. Πηγαίνω, μεταβαίνω κάπου
ό.π.τ.
:
Πήγε τ' αχόρι να ρήσ̑ει χαϊβάνιν ντου
(Πήγε στον στάβλο να δέσει το ζώο του)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Πότε παγαις ση στράτα, αν πεινάσ̑εις, να πεις: «Ατσ̑ι̂́λ, σουφραγί μ', ατσ̑ι̂́λ»
(Όταν πηγαις στον δρόμο, αν πεινάσεις, πες: «Άνοιξε, μαντήλι μου, άνοιξε»)
Ποτάμ.
-Dawk.
'Παπού έρτσεσαι τζ̑αι πού παγαις, ε γιο μου;
(Από πού έρχεσαι και πού πηγαις, γιε μου;)
Φάρασ.
-Grég.
Τούτους παγαίνει 'ς χωριό
(Αυτός πηγαίνει στο χωριό)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Φεύγει, παγαίν’νει πολύ μακρά σ' τἔνα χουριό
(Φεύγει, πηγαι πολύ μακριά σ' ένα χωριό)
Σίλ.
-Dawk.
'Πόταν τούτους άρτουπους πεγαίν’νει, τσ̑αbαλαdά να κ͑ανdουρτζ̑ήσ̑ει τσ̑ην 'εναίκα
(Όταν αυτός ο άνθρωπος πηγαίνει εκεί, προσπαθεί να γοητέψει την γυναίκα (του συναδέλφου του))
Σίλ.
-Dawk.
Πααίνω να νάβρω αν gετσ̑ί
(Πηγαίνω να βρω μιά κατσίκα)
Φάρασ.
-Dawk.
Οπ' τσ̑ην κοινωνία τσ̑ην κοινωνία πααίνουμ' τσ̑ην gλησ̑ά
(Από την μιά κοινωνία στην άλλη πάμε στην εκκλησία (δηλ. όχι Κάθε Κυριακή))
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Παίν' ιτό, ρανά δα σχέδια, βγάλ’ δα σχέδια
(Πάει αυτός, βλέπει τα σχέδια, βγάζει τα σχέδια)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Το κορίτσ̑' παίν' ζ' ράψ̑'
(Το κορίτσι πηγαίνει στην ραπτική)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Παίνου κατόψα τ'
(Πηγαίνω πίσω του)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Παίρου τʝη στράτα, παίνου
(Παίρνω τον δρόμο (και) πηγαίνω)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Τσ̑ι πάεις απάν' σο, απάν' σου πάγους παίνιξις
(Και πηγαίνει επάνω, επάνω στον πάγο πήγαινες)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Κι ένα παίρ' το και πά'
(Επίσης το παίρνει και πάει)
Ανακ.
-Cost.
Με πότε πάνε σο χωρίο σας;
(Μα πότε πηγαίνουν στο χωριό σας;)
Φάρασ.
-Dawk.
'Που έρσ̑ιτι, 'γώ πήινα
(Όταν ερχόταν, εγώ πήγαινα)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Γουρμπέτσ̑ι ρεν πεγαιν-νινόντζ̑ισκι
(Δεν έφευγε από το σπίτι)
Σίλ.
-Dawk.
Τα λαλέματα όσον παιγαίνισκαν, ήρχονdο εκεί κονdά τ'
(Οι φωνές όσο προχωρούσαν, πλησίαζαν προς αυτόν)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Του παγαίνκινι ατζ̑εί, σως τηνευίτζα ψοφάνκινι
(Αυτός που πήγαινε εκεί, μέχρι το πρωί πέθαινε)
Αφσάρ.
-Dawk.
Όπου ήτονε σ̑ήρα σα χορούς δεν πααίνισ̑κεν
(Όποια ήταν χήρα δεν πήγαινε σε χορούς)
Ανακ.
-Cost.
Παίνισκα σου Κάστρους
(Πήγαινα στο Κάστρο)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Παίνισ̑καν σ' ένα odά τσ̑ι τράβαναν κλήρο
(Πήγαιναν σ' ένα δωμάτιο και τραβούσαν κλήρο)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Νέα ντε μπαίνισ̑καν νεκκλησ̑ά
(Οι νέοι δεν πήγαιναν στην εκκλησία)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Ντο παιί οπ' παίνισ̑γκγκ, απαπίσω τ' ήρτε γκαι το τσ̑ι̂ράκ͑'
(Καθώς προχωρούσε ο νεαρός, πήγε από πίσω του και ο υπηρέτης)
Ουλαγ.
-Dawk.
Πρώτα ογώ άλλου όργου χιώρεινα: φορτηγό είχα, παίνιξα όξου στην Ευρώπη
(Πρώτα εγώ άλλη δουλειά έκανα: φορτηγό είχα, πήγαινα έξω στην Ευρώπη)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Παίνιξαμ ’ς Νίγδης ντου τσ̑αρτσ̑ί
(Πηγαίναμε στην αγορά της Νίγδης)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Aν παίνιψι στράα, αν του παθαίνιψι στράα απάν' που οdηγίζ';
(Αν πήγαινε στον δρόμο, αν το πάθαινε στον δρόμο απάνω που οδηγούσε;)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
'φόdες πααίνκε, ήγρεψεν αμ ποτάμι μπρον ντου
(Καθώς πήγαινε, είδε μπροστά του ένα ποτάμι)
Φάρασ.
-Dawk.
Πααίνκι σα ρουσ̑ία
(Πήγαινε στα βουνά)
Αφσάρ.
-Dawk.
Ούτσ̑α όρ'σαν τα ντιλέκια τ'νε και παίσ̑καν
(Έτσι όρισαν τις επιθυμίες τους και πήγαιναν)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
'Φόdες bάνκε ση στράτα ο νομάτ, ήρτ' αν ντερβίσ̑ης γνένdα του
(Καθώς ο άνθρωπος πήγαινε στον δρόμο, τον συνάντησε ένας δερβίσης)
Φάρασ.
-Dawk.
Πηάξαν 'ς νύφ'
(Πήγαιναν στην νύφη)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Σκόλεια πού πήγιν;
(Σχολείο που πήγε;)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Πήγαμ' για dεν ντο είdιαμ'
(Πήγαμε αλλά δεν τον είδαμε)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Πήγεν ο βασιλός σ' έν' άβου σ̑εχέρι
(Πήγε ο βασιλιάς σε μιά άλλη πολή)
Φάρασ.
-Dawk.
Πήγαν οι τσ̑ορbατζ̑οί
(Οι διοικητές προχώρησαν)
Αφσάρ.
-Dawk.
Πήγαμ' νιούτσικου απάνου
(Πήγαμε λίγο απάνω)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Επήγα και τα gϋζέλια ηύρα τα
(Πήγα και τις τρεις Όμορφες τις βρήκα)
Τελμ.
-Dawk.
Αυτός που πήι, πήι. Αυτοί που 'πόμαν, θα προσπαθήσ'νι
(Αυτός που πήγε (στο εξωτερικό) πήγε. Αυτοί που έμειναν (εδώ) θα προσπαθήσουν)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Αβραγάμης πήεν 'ς σην κόρη τ'
(Ο Αβραάμ πήγε στην κόρη του)
Ανακ.
-Cost.
Πήεν τσ̑' ο νταdά τ'ς 'ς σημ bόλη
(Πήγε κι ο πατέρας της στην πόλη)
Φάρασ.
-Dawk.
Άλλους πήι, άλλους ήρτι
(Άλλος πήγαινε, άλλος ερχόταν)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Άου 'φήτζ̑ιν ντα· 'φἠτζ̑ιν, πήνι αράπ
(Από δω και πέρα το παράτησε· το παράτησε και έφυγε ο αράπης)
Αφσάρ.
-Dawk.
Πήαμ' 'ς ση Φέρκα
(Πήγαμε στη Φέρκα)
Κίσκ.
-Dawk.
Πηάγανε 'ς α ορμάνι
(Πήγανε σ' ένα δάσος )
Φάρασ.
-Dawk.
Να πάου τάλασσα;
(Να πάω θάλασσα (για μπάνιο);)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Να πάμ' σ' Μισ̑τί
(Να πάμε στο Μιστί)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Μι το καλό να πας, μι το καλό να νάρτεις
(Με το καλό να πας, με το καλό να 'ρθεις)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
ˈtον bας εκεί πέρα, λύσε τσ̑ουβαλιού το στόμα
(Όταν πας εκεί, λύσε το άνοιγμα του τσουβαλιού)
Φλογ.
-Dawk.
'Σ πα η χώρα μαδήσει 'ς σον τεμίσι
(Ας πάει η χώρα να μαδήσει (τα χωράφια) στην ζέστη)
Τσουχούρ.
-Dawk.
Να πέγω να το φέρω
(Θα πάω να το φέρω)
Τελμ.
-Dawk.
Πού να πες;
(Για πού το' βαλες;)
Φλογ.
-Dawk.
Να υπάγω σο νεματσ̑ικό να σταρώ εξομολόγησ̑η
(Θα πάω στον πνευματικό να σταθώ (σε) σε εξομολόγηση (να εξομογηθώ))
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Να υπάγω να παρακαλέσω το Θεό
(Θα πάω να παρακαλέσω τον Θεό)
Φάρασ.
-Dawk.
'Που καν υπάς, τσαν ένι
(Όπου κι αν πας, εκεί είναι)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
'Α υπάγου 'α ιδώ του πεθερού μου τ' όργου
(Θα πάω να δουλέψω στον πεθερό μου)
Τσουχούρ.
-Dawk.
Να υπάου τσ̑αι 'γώ;
(Να πάω κι εγώ;)
Αφσάρ.
-Αναστασ.
Πού σε υπάτι;
(Πού θα πάτε;)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Πήγαινε ιμιά να ιδούμε
(Πήγαινε μιά φορά να δούμε (αν θα τα καταφέρεις))
Ποτάμ.
-Dawk.
Πηγαίνετε· εκείνο τη ναίκα φερέτ' το εδά πέρα
(Πηγαίνετε· εκείνη τη γυναίκα φέρτε την εδώ πέρα)
Ποτάμ.
-Dawk.
Πηάγα τζ̑αι τρία, τέσσαρα φορέδες στην Πόλη
(Πήγα και τρεις τέσσερις φορές στην Πόλη)
Φάρασ.
-Θεοδ.Ιστ.
Πααίνιμαστε όλα μαζί και τρώισκαμ'
(Πηγαίναμε όλοι μαζί και τρώγαμε)
Μαλακ.
-ΚΜΣ-ΚΠ176
|| Φρ.
Πεγαίν' κοιλιά μου
(Πηγαίνει η κοιλιά μου˙ Έχω ευκοιλιότητα)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
το πααίνουμ' Τετράδ', Πέφτ' κλπ.
(την Τετάρτη, Πέμπτη κλπ. που πηγαίνει˙ την επόμενη Τετάρτη, Πέμπτη κλπ.)
Ανακ.
-Cost.
Παίνω στο χουζούρ'
(Πηγαίνω προς εμφάνιση˙ Εμφανίζομαι)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Πάω αντίκρυ του
Ανακ.
-Cost.
Παίρω ντο στράτα γκαι παίνω
(Παίρνω τον δρόμο και πηγαίνω˙ Ξεκινώ)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Παίρω ντο κιφάλι μ' γκαι παίνω
(Παίρνω το κεφάλι μου και πηγαίνω˙ Φεύγω απελπισμένος)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Αφήνω παίνω
(Αφήνω πηγαίνω˙ Σηκώνομαι και φεύγω)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Τ' γλώσσα μ' ομbρό dε παίν'
(Η γλώσσα μου εμπρός δεν πηγαίνει˙ δεν τολμώ να μιλήσω)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Μελόζ ουτ ντε παίν'
(Το μυαλό του δεν πηγαίνει˙ Δεν καταλαβαίνει)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Παίν' γκαριά μ'
(Πηγαίνει η κοιλιά μου˙ Είμαι ευκοίλιος)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Παίνω ντο ζευγάρ'
(Πηγαίνω στο ζευγάρι˙ Πηγαίνω για όργωμα)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Παίνου (τσ') έρουμι
(Πηγαίνω κι έρχομαι˙ Πηγαινοέρχομαι)
Μισθ., Ουλαγ., Γούρδ.
-Κοτσαν.
Πήγαν να ντιαβούν ασ' καργιά τ'
(Πήγαν να διαβούν από την καρδιά του˙ Πήγαν να τον παρηγορήσουν (για συγγενείς νεκρού)))
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Παίνου ασκιάρους
(Πηγαίνω φαντάρος˙ Στρατεύομαι)
Μισθ.
-Κοτσαν.
όσον παίν'
(όσο πηγαίνει˙ όσο "προχωρά", εξελίσσεται κάτι (π.χ. μιά ασθένεια))
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Αζ' νησ̑τικάγια πήγα
(Από την πείνα πήγα˙ Πεινώ πολύ)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Πήγε σο ζόρι τ'
(Πήγε στο ζόρι του˙ Του κακοφάνηκε)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Ντο ζόρι μ' πήε
(Στο ζόρι μου πήγε˙ Μου κακοφάνηκε)
Ουλαγ.
-Κεσ.
Καλά χ̑πήγες το ήφερες
(Καλά πήγες το έφερες˙ Καλά έκανες που το έφερες)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Πήε σε χασιρέτ'
(Πήγε εσένα επιθυμία˙ Σε επιθύμησε)
Ουλαγ.
-Κεσ.
|| Παροιμ.
Σαμού πααίν σ' όργο σου, μη γ'ρέφ' τη χώρα πα ειπεί
(Όταν πηγαίνεις στη δουλειά σου, μην κοιτάζεις τον κόσμο τι θα πει˙ Μείνε προσηλωμένος στον στόχο σου και μη νοιάζεσαι για τη γνώμη του καθενός)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Τ' χελώνα ρώτ'σαν ντο: «Πούγε παίνεις;» - «'ς τον Αϊνdάφο» - «Ασ' το σάλεμα ζ' 'ναι bελ-λού»
(Τη χελώνα την ρώτησαν: «Πού πηγαίνεις;» - «Στον Άγιο Τάφο» - «Απ' το βάδισμά σου φαίνεται»˙ για όσους καταπιάνονται με δουλειές που είναι παραπάνω απ' τις δυνάμεις τους)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Το παίν' gι έρχεται σο τσ̑εσ̑μέ το λαγήν' τσακούται
(Το λαγήνι που πηγαινοέρχεται στη βρύση στο τέλος σπάζει˙ Η μεγάλη χρήση ενός πράγματος στο τέλος το καταστρέφει)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Συ 'φότες πααίνκες, 'γώ 'ρχούμουνα
(Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Εσ̑ύ 'τον έπαισ̑κες, εγώ ερούτονμαι
(Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα)
Αξ.
-Μαυρ.-Κεσ.
Όνdενε παίνισ̑κες εσ̑ύ, εγώ ερχόμουν
(Εσύ όταν πήγαινες, εγώ ερχόμουνα)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Πήγες 'ς σομύλο μ' κι άσπρισες τα μαλλιά σ';
(Πήγες στον μύλο κι άσπρισες τα μαλλιά σου;˙ Για τους ηλικιωμένους που δείχνουν απειρία)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
Κούρτα την αχλαβού, 'ς πά' κάτου
(Κατάπιε το πλαστρόξυλο, ας πάει κάτω˙ Το έλεγαν σ' έναν που θύμωνε κι ήταν έτοιμος να πετάξει μιά προσβλητική λέξη)
Φάρασ.
-Λουκ.Λουκ.
Γκρεύω να υπάγω σο τζ̑εν-νέσ̑' άμ-μα τα κρίματα μ' dε με βαήκνουν
(Θέλω να πάω στον Παράδεισο αλλά οι αμαρτίες μου δεν με αφήνουν)
Αραβαν.
-Φωστ.-Κεσ.
|| Ασμ.
Πηγαίνεις και συφτάνεις 'πότε την ευλογίζουν
(Πηγαίνεις και προλαβαίνεις όταν την παντρεύουν στην εκκλησία)
Σίλατ.
-Φαρασόπ.
Τούτσ̑οι παπάροι πηγαίνουσ̑ι 'ς τουν σπίτσ̑ιν ντους
(Αυτοί οι παπάδες πηγαίνουν στο σπίτι τους)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Αbρός κόρη, πίσου τ' παιρί, παγαίνουσ̑ι στσ̑ης χάλας τους
(Μπροστά η κόρη, πίσω ο γιος, πηγαίνουν στης θείας τους)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Πήγαν πήγαν και στάθανε στης μάνας του την θύραν
(Προχώρησαν και πήγανε στη μάς του την θύρα)
Σίλατ.
-Φαρασόπ.
2. Χάνομαι, εξαλείφομαι
Φλογ.
:
Αbεκεί σο τσ̑εσ̑μέ αν πίεις, τα κέρατα παίν’νε
(Αν πιεις από εκείνη την βρύση, τα κέρατα (που έχουν βγει) θα χαθούν)
Φλογ.
-Dawk.
3. Μτβ., μεταφέρω κάτι κάπου ή οδηγώ κάποιον
Καππ., Σίλ.
:
Πεαίνουσ̑ι τεζ εικόνες
(Πηγαίνουν τις εικόνες)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Κανά δυο παίνιξαν μπακαλιάρος, λία ζεϊτίνια
(Κανά δυο έφερναν μπακαλιάρο, λίγες ελιές)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Έλάτ' να σας υπάμι
(Ελάτε να σας πάμε)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Μας πήγιν τἔνα σκολειό
(Μας πήγε σ' ένα σχολείο)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
|| Ασμ.
Την νύμφην μου την πήρανε και στην βλόγηση την πήγανε
(Τη κοπέλα που επρόκειτο να παντρευρώ την πήρανε και την πήγανε στον γάμο (με άλλον))
Σίλατ.
-Φαρασόπ.
Ούλα τα κάστρα πάτε με, 'ς σης Νίκιας μη με πάτε
(Σ' όλα τα κάστρα πάτε, στης Νίκαιας μη με πάτε)
Καππ.
-Αλεκτ.
4. Βρίσκομαι σε μιά (εξελισσόμενη) κατάσταση, διαδικασία
Μισθ.
:
Dεν παίνιξαν καλά δα άργαδα με την κυβέρνηση
(Δεν πήγαιναν καλά οι δουλειές με την κυβέρνηση)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Ντα γεννήμαδα, άλλα πήαν καλά, άλλα ντε πήαν
(Η αγροτική παραγωγή, αλλού πήγε καλά, αλλού δεν πήγε)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
5. Φτάνω σε μιά συγκεκριμένη ηλικία
Μισθ.
:
Πήι 'ς σα 'κατό. Ιμείς τσ̑αχ 'ς σα ογδόdα dε θα πάμ'
(Έφτασε στα 100. Εμείς μέχρι τα 80 δεν θα φτάσουμε)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026