πηλός
(ουσ. αρσ.)
πηλός
[piˈlos]
Σίλ.
πελός
[peˈlos]
Σινασσ., Τζαλ., Φάρασ.
Από το αρχ. ουσ. πηλός.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025