πήζω
(ρ.)
πήζω
[ʹpizo]
Σινασσ.
Αόρ.
έπηξα
['epiksa]
Ποτάμ., Σινασσ.
Από το αρχ. ρ. πηγνύω.
1. Μπήγω, καρφώνω
ό.π.τ.
:
Και αλιπήκα πήρεν βολόνια και τα έπηξεν σα δισώμια τ'
(Kαι η αλεπού πήρε τις βελόνες και τις ἐμπηξε στους ώμους του)
Ποτάμ.
-Dawk.
Πήξε ένα καρφί
(Μπήξε ένα καρφί)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
καρφώνω, τσαχτίζω, τσιβιλετίζω
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026