ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πήζω (ρ.) πήζω [ʹpizo] Σινασσ. Αόρ. έπηξα ['epiksa] Ποτάμ., Σινασσ. Από το αρχ. ρ. πηγνύω.
1. Μπήγω, καρφώνω ό.π.τ. : Και αλιπήκα πήρεν βολόνια και τα έπηξεν σα δισώμια τ' (Kαι η αλεπού πήρε τις βελόνες και τις ἐμπηξε στους ώμους του) Ποτάμ. -Dawk. Πήξε ένα καρφί (Μπήξε ένα καρφί) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. καρφώνω, τσαχτίζω, τσιβιλετίζω
2. Πήζω, στερεοποιούμαι Σινασσ. : Το μέλι έπηξε (Το μέλι έπηξε) Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. φσαώνω :2
Τροποποιήθηκε: 27/07/2026