χέλχατζα
(ουσ.)
χέλχατζα
[ˈçelxadza]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. kerkenez = κιρκινέζι (Falco tinnunculus), όπου και διαλεκτ. τύπ. kelkenez, kerkencek και kerkez, το οπ. απώτερης ελλ. αρχής από το αρχ. κέρχνη και κερχνηίς.
Είδος μικρού γερακιού
Τροποποιήθηκε: 09/01/2026