ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

εφτάμηνος (επίθ.) εφτάμηνο [eˈftamino] Αραβαν. εφτάμηνου [eˈftaminu] Γούρδ. Μεταγν. επίθ. ἑπτάμηνος
Αυτός που έχει ηλικία εφτά μηνών, εφταμηνίτικος ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 01/11/2024