ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ζάρι (ουσ. ουδ.) ζάρι [ʹzari] Σινασσ. ζάρ' [zar] Μαλακ., Σινασσ. Πληθ. ζάρια [ʹzarʝa] Μαλακ. Από το τουρκ. ουσ. zar = α) μεμβράνη, υμένας β) ως διαλεκτ. σημ., γυναικείο πέπλο γ) τσεμπέρι.
Γυναικείο πέπλο ό.π.τ. : Την παρακάλεσε να την δώσει και το ζάρι πού 'ναι μέσα 'ς το κελλάρι (Την παρακάλεσε να της δώσει και το πέπλο που είναι μέσα στο κελλάρι) -Αρχέλ. Πήρε και το ζάρ' και κάλεψε το αψύ το άλογο (Πήρε και το πέπλο και καβάλησε το γρήγορο άλογο) Σινασσ. -Αρχέλ. Κτυπά το ζάρ' κάτω και ανοίγονται κάτι τζόλια που 'ς τον κόσμον δεν βρισκόνταν (Ρίχνει κάτω το πέπλο και ανοίγονται κάτι φορεσιές που στον κόσμο δεν υπήρχαν πιο όμορφες) Σινασσ. -Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026