ζάρι
(ουσ. ουδ.)
ζάρι
[ʹzari]
Σινασσ.
ζάρ'
[zar]
Μαλακ., Σινασσ.
Πληθ.
ζάρια
[ʹzarʝa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. zar = α) μεμβράνη, υμένας β) ως διαλεκτ. σημ., γυναικείο πέπλο γ) τσεμπέρι.
Γυναικείο πέπλο
ό.π.τ.
:
Την παρακάλεσε να την δώσει και το ζάρι πού 'ναι μέσα 'ς το κελλάρι
(Την παρακάλεσε να της δώσει και το πέπλο που είναι μέσα στο κελλάρι)
-Αρχέλ.
Πήρε και το ζάρ' και κάλεψε το αψύ το άλογο
(Πήρε και το πέπλο και καβάλησε το γρήγορο άλογο)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Κτυπά το ζάρ' κάτω και ανοίγονται κάτι τζόλια που 'ς τον κόσμον δεν βρισκόνταν
(Ρίχνει κάτω το πέπλο και ανοίγονται κάτι φορεσιές που στον κόσμο δεν υπήρχαν πιο όμορφες)
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Τροποποιήθηκε: 03/01/2026