ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μαραμουδιά (ουσ. θηλ.) μαραμουδιά [maramuˈðʝa] Σινασσ., Φλογ. μαραμούγια [maramuˈʝa] Αξ. μαραbουdιά [marabuˈdʝa] Αξ. Αρσ. παραποδιός [parapoˈðʝos] Αξ. Πληθ. παραποδιόδια [parapoˈðʝoðʝa] Αξ. Πιθ. σχετίζεται με το ποντ. ουσ. μαλαούδα = α) τσαλακωμένο ρούχο β) χαρακτηρισμός για ρυπαρό άνθρωπο (και μαλαούδιν), το οπ. από αμάρτ. μαλαμούδα (< *μαλαγμούδα < μαλάσσω, βλ. Τζιτζιλής 1982-1983: 448) και το παραγωγ. επίθμ. -ιά. Για την σημασιολογική σύνδεση πβ. την ν.ε. κοινή λ. μολυντήρι ‘σαμιαμίδι’ (< μολύνω). Πβ. και ποντ. ρ. μαλαουδιάζω = α) τσαλακώνω β) λερώνω. Ο τύπ. παραποδιός από τον τύπ. μαραbουdιά με υποχωρητ. αφομ. ως προς τρόπο άρθρωσης.
Σαμιαμίδι, μικρή σαύρα ό.π.τ. Συνών. κολοβέστρα :1
Τροποποιήθηκε: 31/12/2025