ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

μαπουσλιέχι (ουσ. ουδ.) μαπουσλιέχι [mapusˈʎeçi] Φάρασ. Από το τουρκ. ουσ. mahpusluk =φυλάκιση.
Φυλακή : Πι-έσανε το φσ̑όκκο, ήφαράν ντα σο σπίτι, κόνσαν ντα σο μαπουσλιέχι (Πιάσανε το παιδί, το έφεραν στο σπίτι, το έρριξαν στην φυλακή) Φάρασ. -Dawk. Συνών. ζιντάνι, μαπούσι, μαπούσχανες, χαπίσι
Τροποποιήθηκε: 20/05/2025