μαραφάτ
(ουσ. ουδ.)
μα̈ρα̈φάτ
[mæræˈfat]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. marifet = α) δεξιότητα, γνώση β) τέχνασμα (Redhouse).
Aίνιγμα
Τροποποιήθηκε: 16/03/2026