μαρκάλωμα
(ουσ. ουδ.)
μαργάωμα
[marˈɣaoma]
Φάρασ.
μαργάουμα
[marˈɣauma]
Φάρασ.
Aπό το ρ. μαρκαλώνω, όπου και τύπ. μαργαώνω, και το παραγωγ. επίθμ. -μα. Πβ. Ποντ. μαργαλία = επίπληξη.
1. Φιλονικία, τσακωμός
:
'σείς 'σ' τα μαργαώματα ζ μέρος αν άβου τίπως τζο φτένετε
(Eσείς εκτός από τα μαλώματα τίποτα άλλο δεν κάνετε)
Φάρασ.
-Αναστασ.
Συνών.
καβγάς :1, ντογίστημα
2. Επίπληξη, κατσάδα
:
Το φσ̑άχ̇ι πάλι ’σ’ τα μαργαώματα τζ̑αι ’σ’ του έφεν το ξύ’ο οσάντ’σεν τζ̑’ ενότουν γαΐλι
(Το παιδί πάλι, από τα μαλώματα και από το ξύλο που έφαγε απηύδησε και συμφώνησε)
Φάρασ.
-Θεοδ.Παραδ.
Συνών.
αζαρλάτημα, γατιέσιμα, κατσάδα
Τροποποιήθηκε: 21/08/2025