οχσάτημα
(ουσ. ουδ.)
οχσ̑άτημα
[ox'ʃatima]
Μαλακ.
Από το ρ. οχσατίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Χάιδεμα, θωπεία
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025