όχι
(μόρ.)
όχι
['oçi]
Μισθ., Σίλ., Σινασσ., Φάρασ.
όι
['oi]
Μισθ.
όσ̑ι
['oʃi]
Φάρασ.
Από το μεσν. αρνητ. μόρ. όχι. Η λ. από την κοινή ν.ε.
Όχι
ό.π.τ.
:
Ομπρός να ρανάς τσι όχι οπίσ’
(Εμπρός να βλέπεις και όχι πίσω)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Παίρνκαμε το μούστο, τον βάνκαμε σ̑α πιθάρια, όχι από χώμα
(Παίρναμε τον μούστο, το βάζαμε σε πιθάρια τα οποία δεν ήταν από χώμα)
Φάρασ.
-ΕΚΠΑ 2142
Όι, ντε περνά ντου κάψιμα
(Όχι, δεν περνάει το έγκαυμα)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Κάκα τ', όι ντου μάνα τ'
(Η γιαγιά του, όχι η μάνα του)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
Όι ’τουν χάη, ’τουν τσ̑όουν λιαρό
(Όχι όταν πέθανε, όταν ήταν ζωντανός)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
-Μισ̑ώτικα τίαλα δου λεν; -Ένιστα̈, όι γαμπρό
(-Πώς το λένε στα μιστιώτικα;-Ένιστε, όχι γαμπρό)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Συνών.
γιοκ, νάκε, Αντίθ
ιναί, ούμα, χι
Τροποποιήθηκε: 20/08/2026