ουτσουρτμάς
(ουσ. αρσ.)
ουτσ̑ουρτμά
[utʃurˈtma]
Ανακ., Τροχ.
ουτσουρμάς
[utsurˈmas]
Σίλατ.
Από το τουρκ. ουσ. uçurtma = χαρταετός.
Χαρταετός
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025