αγιάνγκατζι
(ουσ. ουδ.)
αγιάνgατζ̑ι
[aˈʝaŋgadʒi]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. ayıngacı = λαθρέμπορος καπνού, όπου και διαλεκτ. τύπ. ayangacı. Η λ. στην τουρκ. και ως ονομασία παιδικού παιχνιδιού, βλ. Albek (1991: 260).
Ομαδικό κρυφτό
:
Εμείς ’τον επαίισ̑καμ’ αγιάνgατζ̑ι, εγώ ’ς τα πουρνάρια είχα κρυψ̑ιώνα
(Εμείς όταν παίζαμε ομαδικό κρυφτό, εγώ είχα κρυψώνα στα πουρνάρια)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1556
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025