σακκοαμόκκο
(ουσ. ουδ.)
σακκοαμμόκκο
[sakoaʹmoko]
Φάρασ.
Από το ουσ. σακκοάμμι και το υποκορ. επίθμ. -όκκο.
Σακκί βάρους 20-24 οκάδων
Τροποποιήθηκε: 21/02/2026