βεζνές
(ουσ. αρσ.)
Πληθ.
βεζνέδια
[vezʹneðʝa]
Φάρασ.
Από το παλαιότ. τουρκ. (< αραβ.) ουσ. vezne = α) ταμείο ή θησαυροφυλάκιο β) ζυγαριά ακριβείας για την ζύγιση μετάλλων, πολύτιμων λίθων, φαρμάκων κ.τ.ο γ) εξάρτημα όπλου. Η λ. με τύπ. βεζενές ήδη νεότ. και σε πολλά ν.ε. ιδιώμ.
Μονάδα βάρους χρυσού
:
Τζαι τζείνοι εζύσαν τα τριάντα βεζνέδια χρόσι
(οἱ δὲ ἔστησαν αὐτῷ τριάκοντα ἀργύρια -ΚΔ Ευ. Ματθ. 26.15)
Φάρασ.
-Lag.
Τροποποιήθηκε: 04/06/2026