ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ξύστρο (ουσ. ουδ.) ξύστρο [ˈksistrο] Σινασσ., Τροχ., Φερτάκ. ξ̑ύστρο [ˈkʃistrο] Αξ., Αραβαν., Γούρδ., Τελμ., Φλογ. ξ̑ύσ̑τρο [ˈkʃiʃtrο] Αξ., Αραβαν. ξ̑ύστρου [ˈkʃistru] Μαλακ., Μισθ., Τροχ. Θηλ. ξύστρα [ˈksistra] Σίλατ. ξ̑ύστρα [ˈkʃistra] Ανακ. Από το μεταγν. ουσ. ξῦστρον. Ο τύπ. ξύστρα από το αρχ. ουσ. ξύστρα.
1. Σιδερένιο επίμηκες εργαλείο, κυρτό στην μιά του άκρη για τον καθαρισμό επιφανειών (όπως σκάφες, τοιχώματα φούρνου) με απόξεση ή για ξύστρισμα ζώων ό.π.τ. : Ξ̑ύνισ̑καν ντου σκεφί μι ντου ξ̑ύστρου (Έξυναν το σκαφίδι με το ξύστρο) Μισθ. -Κωστ.Μ. Ζ̑υμαριού ξ̑ύστρο (Ξύστρο της σκάφης του ζυμώματος) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. Συνών. κασαγού :1
2. Σιδερένια λάμα στην μία άκρη της βουκέντρας με την οποία έξυναν τα χώματα που κολλούσαν στο αλέτρι Μισθ. Συνών. λαπούτι :2, τσικλί
3. Σιδερένιο εργαλείο για την αναμόχλευση της φωτιάς του ταντουριού Σίλατ., Σινασσ., Τροχ. : Τουνdουριού ξύστρου (Ξυστρί για το ταντούρι) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ
Τροποποιήθηκε: 22/06/2026