ξυνίσκω
(ρ.)
ξ̑ινίσ̑κω
[kʃiˈniʃko]
Τελμ.
Πιθ. από το ρ. ξύνω και το παραγωγ. επίθμ. -ίσκω. Πβ. την μεσν. σημ. ξύνω = κομματιάζω (Λεξ. Κριαρ.)
Τροποποιήθηκε: 25/12/2025