ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ξυλοκέρατο (ουσ. ουδ.) σκυλιουκέρατο [sciʎuˈcerato] Σινασσ. σ̑κυλιουκέρατου [ʃciʎuˈceratu] Μαλακ. Πληθ. ξυλοκέρατα [ksiloˈcerata] Γούρδ., Σίλ. ξυτσ̑έρατα [ksiˈtʃerata] Φάρασ. σ̑κυλιουκέρατα [ʃciʎuˈcerata] Μαλακ. ξυουτσ̑έρατα [ksiuʹtʃerata] Τσουχούρ. Από το μεταγν. ουσ. ξυλοκέρατον. Οι τύποι σκυλιου- με μετάθ. του [k] και [s], πιθ. παρετυμολ. προς το σκύλος.
Ξυλοκέρατο, κοινώς χαρούπι ό.π.τ. : Το καμήλι 'υρίσκινι σα μεχάδα τσ̑αι σα σπίτα, τσ̑αι οι ναίτσ̑ις κερνάγκαν τα ιραχς τσ̑αι κρασί, βά, μήα τσ̑αι ξυουτσ̑έρατα (Η αποκριάτικη καμήλα των μασκαράδων τριγύριζε στις γειτονιές και στα σπίτια, και οι γυναίκες την κερναγαν ρακί και κρασί, αβγά, μήλα και χαρούπια) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr. Συνών. κέρατο :3
Τροποποιήθηκε: 19/10/2025