ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ξυλιά (ουσ. θηλ.) ξυλιά [ksiˈʎa] Μαλακ., Μισθ. ξ̑υλιά [kʃiˈʎa] Φλογ. Από το μεσν. ουσ. ξυλέα = χτύπημα με ξύλο, δαρμός, το οπ. από το ουσ. ξύλο και το παραγωγ. επίθμ. -έα > -ιά.
Χτύπημα ως δαρμός ό.π.τ. : Να φας ξυλιές! (Θα φας ξυλιές!) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ Συνών. κοπάνισμα :2, κρούσιμο :1, κοτέκι :2, ξύλο :4, φάγισμα
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026