ξουράφισμα
(ουσ. ουδ.)
Πληθ.
ξουραφίσματα
[ksuraˈfizmata]
Αραβ., Σίλατ.
Aπό το ρ. ξουραφίζω και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Στον πληθ., έθιμο ξυρίσματος του γαμπρού πριν από το γάμο
Συνών.
ξουρίσια, ξούρισμα :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025