ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ξομολόγος (ουσ. αρσ.) ξομουλόγους [ksomuˈloɣus] Μισθ. ξεμολόγος [ksemoˈloɣos] Σινασσ. ξομολόγης [ksomοˈloʝis] Μαλακ. ξομολόης [ksomoˈlois] Τελμ. Από το μεταγν. ρ. ἐξομολογῶ υποχωρητ.
Εξομολόγος ό.π.τ. : Μιά φορά ένας καλόγερος βρέθηκεν με μιαν καλογριάν· πήεν είπεν το σον ξομολόην (Μιά φορά ένας καλόγερος συνευρέθηκε με μιά καλόγρια· πήγε και το είπε στον εξομολόγο) Τελμ. -ΚΜΣ-Θεοδ. Έκλαψι κείνου πουλύ, ξέριξιν τα πουλύ καλά, τσόουν ξομουλόγου τ'νι (Έκλαψε εκείνος πολύ, τους ήξερε πολύ καλά, ήταν εξομολόγος τους) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. ξαγορευτής
Τροποποιήθηκε: 19/06/2026