ξυμυτίζω
(ρ.)
ξυμυτίζω
[ksimiˈtizo]
Φάρασ.
ξυμυτάου
[ksimiˈtau]
Φάρασ.
τσ̑υμ'τώ
[tʃimˈdo]
Φλογ.
τσ̑υμυτιάζω
[tʃimiˈtçazo]
Μαλακ.
Αόρ.
τσ̑υμυτιάσα
[tʃimiˈtçasa]
Μαλακ.
τσ̑ύμ'σ̑α
[ˈtʃimʃa]
Φλογ.
Από το επίθ. ξυμυτός και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Ο τύπ. τσ̑υμυτιάζω με το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
Τροποποιήθηκε: 06/01/2026