ξυμυτίζω
(ρ.)
ξυμυτίζω
[ksimiˈtizo]
Φάρασ.
ξυμυτάου
[ksimiˈtau]
Φάρασ.
τσ̑υμ'τώ
[tʃimˈdo]
Φλογ.
τσ̑υμυτιάζω
[tʃimiˈtçazo]
Μαλακ.
Αόρ.
τσ̑υμυτιάσα
[tʃimiˈtçasa]
Μαλακ.
τσ̑ύμ'σ̑α
[ˈtʃimʃa]
Φλογ.
Από το επίθ. ξυμυτός και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω. Ο τύπ. τσ̑υμυτιάζω με το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
2. Tσιμπώ
Φλογ.
:
Τσ̑ύμτα το κορίτσ'
(Τσίμπα το κορίτσι)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Συνών.
κεντώ :1, τουρτώ, τσιμπώ :1
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025