ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

λαπούτι (ουσ. ουδ.) λαπούτι [laˈputi] Φάρασ. Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. lapıt και lobut = α) λιχνιστήρι β) σπάτουλα, το οπ. από σλαβ. ουσ. lopata (Tietze 2016, λ. lapıt).
1. Σπάτουλα
2. Ειδική ξέστρα στερεωμένη στην βουκέντρα, για την αφαίρεση λάσπης από το αλέτρι Συνών. ξύστρο, τσικλί
Τροποποιήθηκε: 27/12/2025