λαπούτι
(ουσ. ουδ.)
λαπούτι
[laˈputi]
Φάρασ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. lapıt και lobut = α) λιχνιστήρι β) σπάτουλα, το οπ. από σλαβ. ουσ. lopata (Tietze 2016, λ. lapıt).
1. Σπάτουλα
2. Ειδική ξέστρα στερεωμένη στην βουκέντρα, για την αφαίρεση λάσπης από το αλέτρι
Συνών.
ξύστρο :2, τσικλί
Τροποποιήθηκε: 22/06/2026